ἀπαφίσκω

ἀπαφίσκω
Grammatical information: v.
Meaning: `deceive' (Od.).
Other forms: Aor. ἀπαφεῖν, also ἀπαφῆσαι (hAp.). ἀποφεῖν· ἀπατῆσαι H.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: The present was probably built on the aorist. vW. connects μέμφομαι (but reduplication of ἀφ- \< *m̥bh- is not very probable). The form ἀποφεῖν, if not under influence of ἀπό, may prove substr. origin; Fur. 341; on p. 234 he connects ἀπάτη. Perhaps here ἀποφώλιος.
Page in Frisk: 1,119

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀπαφίσκω — cheat pres subj act 1st sg ἀπαφίσκω cheat pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απαφίσκω — ἀπαφίσκω (Α) εξαπατώ …   Dictionary of Greek

  • ἀπαφήσεις — ἀπαφίσκω cheat aor subj act 2nd sg (epic) ἀπαφίσκω cheat fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαφίσκει — ἀπαφίσκω cheat pres ind mp 2nd sg ἀπαφίσκω cheat pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαφίσκειν — ἀπαφίσκω cheat pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαφίσκουσα — ἀπαφίσκω cheat pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπάφησας — ἀ̱πάφησας , ἀπαφίσκω cheat aor ind act 2nd sg (epic doric aeolic) ἀπαφίσκω cheat aor ind act 2nd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπάφησε — ἀ̱πάφησε , ἀπαφίσκω cheat aor ind act 3rd sg (epic doric aeolic) ἀπαφίσκω cheat aor ind act 3rd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπάφησεν — ἀ̱πάφησεν , ἀπαφίσκω cheat aor ind act 3rd sg (epic doric aeolic) ἀπαφίσκω cheat aor ind act 3rd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἤπαφον — ἀπό ἀπαφίσκω cheat aor ind act 3rd pl (attic epic ionic) ἀπό ἀπαφίσκω cheat aor ind act 1st sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αποφώλιος — ἀποφώλιος, ον (Α) 1. ανώφελος, μάταιος 2. αποκρουστικός, τερατώδης. [ΕΤΥΜΟΛ. Ομηρικό επίθετο αβέβαιης σημασίας. Οι αρχαίοι το ερμήνευσαν «ανεμώλιος, μάταιος», δηλ. «μάταιος, κενός». Συνδέεται πιθ. με το απαφείν (αιολ. ή αχαϊκό αποφείν) αόρ. του… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.